Ρευματοειδής Αρθρίτιδα Έγκαιρη διάγνωση, καλύτερη ποιότητα ζωής
Σημαντικά χαμηλότερη ποιότητα ζωής έχουν οι πάσχοντες από Ρευματοειδή Αρθρίτιδα (ΡΑ) εν συγκρίσει με τον γενικό πληθυσμό αλλά και με πάσχοντες από άλλες χρόνιες παθήσεις- από τα αρχικά κιόλας στάδια της νόσου. Από τους παράγοντες που υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής των πασχόντων ξεχωρίζει η κατάθλιψη- τα ποσοστά κατάθλιψης στους πάσχοντες από ΡΑ κυμαίνονται μεταξύ 33,7 και 53,2%!
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια χρόνια φλεγμονώδης, αυτοάνοση και πολυσυστημική νόσος, που προσβάλλει κυρίως τις αρθρώσεις, αλλά –όχι σπάνια- επηρεάζει και άλλα όργανα του σώματος.
Είναι το συχνότερο φλεγμονώδες ρευματικό νόσημα και προσβάλλει συνήθως άτομα ηλικίας 35-55 ετών- μπορεί βέβαια να εμφανιστεί σε άτομα οποιασδήποτε ηλικίας, ακόμη και σε παιδιά. Μελέτη του Ελληνικού Ιδρύματος Ρευματολογίας (ΕΛ.Ι.ΡΕ) έδειξε ότι πλήττει περίπου το 6,7‰ των ενηλίκων (οι ασθενείς στην Ελλάδα υπολογίζονται σε 66.000- 100.000), ενώ δείχνει να «προτιμά» τις γυναίκες – είναι τρεις φορές συχνότερη στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες.
H Ρευματοειδής Αρθρίτιδα μπορεί να προκαλέσει σημαντικές αναπηρίες και να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινή ζωή και τη δυνατότητα για εργασία των πασχόντων, με αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής τους. Πόνος, κόπωση, δυσκαμψία και μειωμένη φυσική λειτουργικότητα είναι μερικά από τα καθημερινά συμπτώματα που βιώνουν οι ασθενείς και τους εμποδίζουν να ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις – φαίνεται μάλιστα να επιβαρύνουν τους ασθενείς περισσότερο από τα συμπτώματα άλλων χρόνιων νοσημάτων, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια, ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 ή η κλινική κατάθλιψη.
Κατάθλιψη
Ωστόσο, ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες υποβάθμισης της ποιότητας ζωής των πασχόντων, θεωρείται η κατάθλιψη, που εμφανίζεται σε σχεδόν έναν στους δύο ασθενείς. Μάλιστα, ενώ θα περίμενε κανείς ότι τα ποσοστά της κατάθλιψης θα ήταν υψηλότερα στους ηλικιωμένους ρευματοπαθείς (καθώς το ποσοστό της κατάθλιψης σε αυτές τις ηλικίες είναι υψηλότερο ακόμη και χωρίς την παρουσία ΡΑ), η συχνότητα της κατάθλιψης είναι σαφώς ενισχυμένη στους νεότερους ρευματοπαθείς – προφανώς γιατί η διάγνωση της πάθησης επιφέρει ένα μεγάλο και ξαφνικό πλήγμα στην παραγωγικότητα, στην αυτοπεποίθηση, στα σχέδια για το μέλλον και στην προσωπική ζωή του νεαρού ρευματοπαθούς.
Πέρα από τους λόγους που αναφέραμε ήδη, η αιτολογία της κατάθλιψης έχει άμεση σχέση με τον πόνο, τη μειωμένη σωματική ικανότητα των πασχόντων, με τη διάρκεια και την ενεργότητα της νόσου, αλλά και τη δυνατότητα για εργασία. Ωστόσο, υπάρχουν και ερευνητές (Mella et al.) που έχουν συσχετίσει την εμφάνιση της κατάθλιψης με τη φλεγμονώδη φύση της ασθένειας. Υποστηρίζουν δηλαδή, ότι οι αυξημένες κυτοκίνες στον οργανισμό, οδηγούν σε νευροχημικές, νευροενδοκρινείς αλλαγές, που έχουν σχέση με την κατάθλιψη. Μάλιστα, έχει φανεί πως η σοβαρότητα της κατάθλιψης μεγαλώνει, όσο εξελίσσεται και η νόσος.
Έγκαιρη διάγνωση
Ως εκ τούτου, η γρήγορη διάγνωση και η έγκαιρη θεραπεία είναι πολύ σημαντικές για την εξέλιξη της νόσου. Η έγκαιρη διάγνωση και η έγκαιρη πρόσβαση στη θεραπεία, αποτρέπει τις μη αναστρέψιμες βλάβες στις αρθρώσεις και μπορεί να προλάβει την αναπηρία. Σήμερα μάλιστα, που στη φαρέτρα των γιατρών έχουν προστεθεί πολύ αποτελεσματικά φάρμακα, με την έγκαιρη διάγνωση ο στόχος της ύφεσης είναι εφικτός, ειδικά για όσους διαγιγνώσκονται στα αρχικά στάδια.
Η μελέτη COMET (2009) αποτελεί την απόδειξη- πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς με μέτρια προς σοβαρή ΡΑ και έδειξε ότι η πρώιμη παρέμβαση με συνδυασμό μεθοτρεξάτης και ετανερσέπτης απέτρεψε την περαιτέρω φθορά των αρθρώσεων, με το 50% των ασθενών να έχουν πετύχει ύφεση στο ένα έτος θεραπείας.
Η επίσκεψη στον ειδικό ιατρό, αν συντρέχουν λόγοι, καθώς και η πρόσβαση και η συμμόρφωση στην αγωγή, αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την επιτυχή διαχείριση της πάθησης και τη βέλτιστη ποιότητα ζωής τους ασθενούς.
Θεραπεία και ποιότητα ζωής
Με δεδομένο ότι η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα είναι μία πάθηση για την οποία πολύ σπάνια μιλάμε για πλήρη ίαση, πρωταρχικός θεραπευτικός στόχος είναι η μείωση του πόνου, η διατήρηση της λειτουργικότητας του ασθενούς για την πραγματοποίηση των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής και η διατήρηση της ποιότητας ζωής. Έτσι, οι κλίμακες Αναφοράς Αποτελεσμάτων από Ασθενείς (PRO) έχουν πολύ μεγάλη σημασία, όταν μελετάται η αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας. Δίνουν πολύτιμες πληροφορίες, που μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στην κλινική εξέταση και στις αντικειμενικές μετρήσεις, δεδομένου μάλιστα ότι γιατροί και ασθενείς αξιολογούν διαφορετικά τη βαρύτητα και τη σημασία των συμπτωμάτων και την επιτυχία της θεραπείας.
Η μελέτη ADORE (2007) αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ετανερσέπτη ή συνδυασμό ετανερσέπτης με μεθοτρεξάτη, σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, που είχαν μη ικανοποιητική ανταπόκριση στη μονοθεραπεία με μεθοτρεξάτη. Ως κριτήρια χρησιμοποιήθηκαν η λειτουργικότητα, ο πόνος, η αίσθηση υγείας και η πρωινή δυσκαμψία που ανέφεραν οι ασθενείς. Η έρευνα έδειξε ότι η προσθήκη ετανερσέπτης στη θεραπεία με μεθοτρεξάτη ή η αλλαγή της θεραπείας σε ετανερσέπτη μείωσε σημαντικά την αναπηρία, τον πόνο, την ενεργότητα της νόσου, την πρωινή δυσκαμψία και οδήγησε σε βελτίωση της γενικής υγείας των ασθενών.
Αίτια
Πολλοί είναι οι παράγοντες που κατά καιρούς έχουν «κατηγορηθεί» για την εμφάνιση της Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας: περιβαλλοντικοί, γενετικοί, ορμονικοί και ανοσολογικοί παράγοντες εμπλέκονται στην αιτιοπαθογένεια της νόσου, η ακριβής αιτιολογία της όμως δεν είναι γνωστή.
Γενετικοί: Φαίνεται ότι υπάρχει γενετική προδιάθεση για την εµφάνιση της ΡΑ. Οι ασθενείς κληρονοµούν από τους γονείς τους ορισµένα γονίδια, που τους καθιστούν πιο επιρρεπείς στην ασθένεια, χωρίς όµως αυτό να σηµαίνει ότι όποιος έχει αυτά τα γονίδια οπωσδήποτε θα νοσήσει.
Περιβαλλοντικοί: Ιοί ή µικρόβια µπορεί να πυροδοτήσουν τη νόσο σε άτοµα µε προδιάθεση. Το φαινόµενο αυτό ονοµάζεται «µοριακή µίµηση» και παρατηρείται όταν το ανοσοποιητικό σύστηµα µπερδεύει τους ιούς ή τα βακτηρίδια µε τους υγιείς ιστούς του οργανισµού.
Ορµονικοί: Οι ορµόνες του φύλου φαίνεται να παίζουν ρόλο. Γι’ αυτό η νόσος εµφανίζεται µάλλον συχνότερα στις γυναίκες και µάλιστα µετά την εµµηνόπαυση, ενώ παρουσιάζει ύφεση κατά τη διάρκεια της εγκυµοσύνης.
Ψυχολογικές πιέσεις: Στα άτοµα µε προδιάθεση, φαίνεται ότι η ΡΑ εκδηλώνεται συχνά έπειτα από έντονες ψυχολογικές πιέσεις (π.χ. ένα διαζύγιο, απώλεια ενός αγαπηµένου προσώπου, απώλεια της εργασίας κ.ά.)
Η έναρξη της ΡΑ μπορεί να είναι βαθμιαία ή οξεία.
Στη βαθμιαία έναρξη εμφανίζονται συνήθως γενικά συμπτώματα, όπως ανορεξία, απώλεια βάρους, αδυναμία, πόνος στις αρθρώσεις και τελικά εγκαθίσταται η αρθρίτιδα με όλα τα φαινόμενα της φλεγμονής.
Η οξεία έναρξη της νόσου χαρακτηρίζεται από αιφνίδια εγκατάσταση αρθρίτιδας, δηλ. φλεγμονής στις αρθρώσεις, που μπορεί μερικές φορές να συνοδεύεται από πυρετό.
Τα κύρια κλινικά χαρακτηριστικά της αρθρίτιδας είναι τα συμπτώματα και σημεία της φλεγμονής, όπως:
- Πόνος σε αρθρώσεις
- Διόγκωση αρθρώσεων
- Θερμότητα αρθρώσεων
- Ευαισθησία στην πίεση αρθρώσεων που έχουν προσβληθεί από τη νόσο.
- Πρωινή δυσκαμψία. Ο ασθενής παρουσιάζει δυσκολία στις κινήσεις των αρθρώσεων που έχουν προσβληθεί καθώς σηκώνεται το πρωί από το κρεβάτι του.
- Η προσβολή των αρθρώσεων των χεριών συνοδεύεται συχνά από δυσκολία σχηματισμού γροθιάς και από ελάττωση της δύναμης σύσφιξης.
Οποιαδήποτε άρθρωση των άνω και κάτω άκρων μπορεί να προσβληθεί από τη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Πιο συχνά όμως προσβάλλονται οι πηχεοκαρπικές αρθρώσεις, οι αρθρώσεις των δακτύλων των χεριών και οι αρθρώσεις των ποδιών και ακολουθούν τα γόνατα και άλλες αρθρώσεις, ενώ μπορεί να προσβληθούν ακόμη και οι αρθρώσεις της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, καθώς και οι κροταφογναθικές αρθρώσεις.
«Σχολείο» ασθενών
Αναγνωρίζοντας την ανάγκη των ρευματοπαθών για ψυχολογική υποστήριξη, αλλά και για βοήθεια ώστε να αποδεχθούν την ασθένειά τους και να μάθουν να ζουν με αυτήν, ο Σύλλογος Ρευματοπαθών Κρήτης, έχει συστήσει ένα «σχολείο» για τα άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα, αλλά και άλλα ρευματικά νοσήματα.
Στόχος του σχολείου είναι οι ρευματοπαθείς να ενημερωθούν και να εκπαιδευτούν για τα νοσήματά τους, να στηριχθούν ψυχολογικά, αλλά κυρίως να εφοδιαστούν με τα κατάλληλα εργαλεία, ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις αρνητικές συνέπειες των νοσημάτων τους και να ζήσουν μια ζωή ανεξάρτητη, με ποιότητα και αξιοπρέπεια.


